28 Νοεμβρίου, 2022

Ωμή και χυδαία επίθεση στην δικαιοσύνη από την Ιωάννα Μάνδρου!

Πρωτοφανής επίθεση και κατά της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου, κ. Ελένης Μετσοβίτου -Φλουρή!

Δεν είναι η πρώτη φορά που η κυρία Ιωάννα Μάνδρου συντάσσει άρθρο που μοιάζει περισσότερο με «εκτέλεση συμβολαίου» σε υπόθεση που απασχολεί την ελληνική δικαιοσύνη. Είναι όμως η πρώτη φορά που φτάνει στο σημείο να «υπαγορεύει» σε δικαστικό συμβούλιο περιεχόμενο απόφασης που αφορά πολιτικά πρόσωπα, θέτοντας μάλιστα και «αυστηρό χρονοδιάγραμμα»! Εάν μάλιστα συνδυάσουμε το άρθρο της κυρίας Μάνδρου χθες στην Καθημερινή με αυτό του Γιάννη Πρετεντέρη χθες στο Βήμα, είναι προφανές ότι έχουμε μία ομοβροντία κατά της ελληνικής δικαιοσύνης, που φυσικά προέρχεται από το ίδιο «κέντρο».

Προκύπτει μάλιστα το ερώτημα «πως είναι δυνατόν η εφημερίδα Καθημερινή να επιτρέπει τέτοιου είδους δημοσιογραφία που παραπέμπει σε εκτέλεση συμβολαίων»; (Για το Βήμα φυσικά δεν προκύπτει τέτοιο ερώτημα, καθώς προέρχεται από τον όμιλο ο οποίος κάποτε διαφήμιζε και το «νερό του Καματερού» ως «θαυματουργό»).

Διότι εδώ μιλάμε για τον ορισμό της παρέμβασης στην δικαιοσύνη με τρόπο μάλιστα που συγκλίνει όχι στην ορθή απόδοση της, αλλά συνιστά πίεση κατά δικαστών και εισαγγελέων προκειμένου να μην τελέσουν ορθά το καθήκον τους. Εκτός εάν η κυρία Μάνδρου πιστεύει ότι το εύλογο χρονικό διάστημα που απαιτείται από έντιμους δικαστές ώστε να μελετήσει μία δικογραφία εκατοντάδων χιλιάδων σελίδων, καταδεικνύει οκνηρία η και ανικανότητα των ανωτάτων δικαστικών λειτουργών της χώρας.

Φυσικά, η κυρία Μάνδρου γνωρίζει άριστα τις διαδικασίες και τα προαπαιτούμενα για την υγιή λειτουργία της ελληνικής δικαιοσύνης. Η παρέμβαση της λοιπόν έχει εξόφθαλμη σκοπιμότητα που δεν είναι άλλη από την πλημμελή άσκηση των καθηκόντων εκλεκτών λειτουργών της δικαιοσύνης, που υπό καθεστώς πίεσης θα πρέπει να «αποφασίσουν» καθ’ υπόδειξη της αρθρογράφου.

Η κυρία Μάνδρου επίσης γνωρίζει ότι τα περιβόητα κατηγορητήρια είχαν σωρεία ανύπαρκτων, ψευδών και συκοφαντικών στοιχείων, που είναι βέβαιο ότι θα τα κατατάξει στην πιο μαύρη σελίδα της δικαστικής ιστορίας της πατρίδας μας. Δεν έκανε όμως ουδεμία αναφορά στις ψεύτικες ημερομηνίες, στις αναφορές σε ανύπαρκτα έγγραφα, στην απόκρυψη επίσημων εκθέσεων διωκτικών αρχών κλπ.

Αντίθετα, με το σημερινό της άρθρο η Ιωάννα Μάνδρου φτάνει στο σημείο να επιτίθεται με άθλιο τρόπο κατά της αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ελένης Μετσοβίτου – Φλουρή, αφήνοντας αιχμές ακόμα και για την διανοητική της κατάσταση! Ποιος δημοσιογράφος στα αλήθεια θα έκρινε μία δικαστική απόφαση, λέγοντας ότι τα συμπεράσματα της εισαγγελέως εναντιώνονται στην «κοινή λογική»;

Άλλωστε η κοινή λογική, ειδικά μετά από 30.000 νεκρούς λόγω της αποσάθρωσης του εθνικού συστήματος υγείας, απαιτεί την παραδειγματική τιμωρία όλων όσων με τις πράξεις και τις παραλείψεις τους ζημίωσαν το Δημόσιο. Είτε αυτοί επέτρεψαν την υπερτιμολόγηση των φαρμάκων της Novartis, ανεξάρτητα από το αν πήραν μίζες ή όχι, είτε έβγαλαν τα κλεμμένα από το χρηματιστήριο στις λίστες Λαγκάρντ, ρημάζοντας την εθνική οικονομία. Ο ισχυρισμός φυσικά ότι «αυτοί οι τύποι κατέστρεψαν την Ελλάδα και οδήγησαν χιλιάδες Έλληνες στον θάνατο, χωρίς να βγάλουν ούτε 1 € σε μίζα», αντιτίθεται πραγματικά στην «κοινή λογική».

Η επίκληση της «κοινής λογικής» λοιπόν από την κυρία Μάνδρου, βιάζει την ίδια τη λογική. Αλλά αυτό είναι άλλου παπά ευαγγέλιο. Άλλωστε δεν δικάζει η «κοινή λογική», αλλά η ελληνική δικαιοσύνη.

Η ελληνική δικαιοσύνη λοιπόν που δεν είναι δυνατόν να παρασύρεται από τις ανακρίβειες που χρησιμοποιεί η κυρία Μάνδρου, που φαίνεται ότι συμμετέχει και αυτή στο ξέπλυμα του Σταύρου Παπασταύρου, ισχυριζόμενη ότι ο πρώην σύμβουλος του Αντώνη Σαμαρά «έχει αθωωθεί από όλες τις κατηγορίες». Πράγμα απολύτως ψευδές, αφού ο Παπασταύρου δεν αθωώθηκε ποτέ και σε τίποτα.

Στην πραγματικότητα, η υπόθεσή του παραγράφηκε έπειτα από απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, που συντόμευε τον χρόνο παραγραφής των αδικημάτων που τον βάραιναν.

Αξίζει να υπενθυμίσουμε πως ο κ. Παπασταύρου είναι στενός συνεργάτης του Ελληνοϊσραηλινού επιχειρηματία Σάμπυ Μιωνή, ο οποίος με τη σειρά του ήταν ο διαχειριστής της αμαρτωλής «λίστας Λαγκάρντ».

Στο βιβλίο του «Απόπειρα δολοφονίας», ο Ανδρέας Λοβέρδος τον «δίνει» κανονικότατα , αποκαλύπτοντας τη «βοήθεια» του κ. Μιωνή στη «συμμορία Novartis» και πώς «έστησαν» όλοι μαζί την επέκταση του κατηγορητηρίου της δήθεν σκευωρίας, προκειμένου να βοηθήσουν ο ένας τον άλλον. Αποκάλυψη που από μόνη της θα έπρεπε να έχει οδηγήσει ολόκληρο το κατηγορητήριο στον κάλαθο των αχρήστων. Γι’ αυτό και ο ψευδής ισχυρισμός της Ιωάννας Μάνδρου περί δήθεν «αθώωσης» του Παπασταύρου, αποδεικνύει και την σκοπιμότητα της παρέμβασης της. Ένα εξόφθαλμο ψέμα το οποίο χρησιμοποιεί για να ενισχύσει την αήθη επίθεση της κατά της εισαγγελέως και του πορίσματος της.

Βλέπετε, είναι σχεδόν κανόνας ότι η εισαγγελική πρόταση σε όλες τις βαθμίδες της δικαιοσύνης, ειναι η σκληρότερη εκδοχή της πρότασης ετυμηγορίας του εκάστοτε δικαστηρίου. Ετυμηγορία που όμως δεν βολεύει την κυρία Μάνδρου και όσους κρύβονται πίσω της, γι’ αυτό και προσπαθεί να την αποδομήσει ώστε να επηρεάσει την τελική απόφαση του δικαστικού συμβουλίου.

Θεωρώντας προφανώς ότι οι ανώτατοι δικαστές ζουν σε άλλη χώρα και δεν έχουν αντιληφθεί τις συνέπειες της εθνικής ληστείας, που οδήγησε στην μετατροπή της υγειονομικής κρίσης σε εθνική τραγωδία… Όταν μάλιστα το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους με μια γνωμοδότηση-κόλαφο όχι απλώς αναγνώρισε το σκάνδαλο στην υπόθεση Novartis, αλλά υποχρέωσε την κυβερνηση να καταθέσει αγωγή αποζημίωσης κατά της εταιρείας, βασισμένη στην έρευνα που διενήργησαν οι εισαγγελείς οι οποίοι σήμερα παρουσιάζονται ως «κατηγορούμενοι» για κάποια δήθεν «σκευωρία»!

Τελικώς, το ερώτημα που θα πρέπει να απασχολήσει την δικαιοσύνη, την πολιτική και ολόκληρη την κοινωνία είναι έως πότε θα επιτρέπεται στην οποιαδήποτε «κυρία Μάνδρου» να παρεμβαίνει στο έργο της δικαιοσύνης εκμεταλλευόμενη την εφημερίδα στην οποία εργάζεται… Με στόχο μάλιστα όχι την προστασία του δημοσίου συμφέροντος, αλλά όσων ασέλγησαν επάνω σε αυτό.

Ας ελπίσουμε ότι ο νέος Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, θα τιμήσει τον θεσμό περισσότερο από ό,τι τον τίμησε ο απερχόμενος Πόντιος Πιλάτος.

Πηγή

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *