29 Νοεμβρίου, 2022

Βασίλης Ραφαηλίδης: Ο αιρετικός κριτικός του σινεμά – Ένας οραματιστής του αριστερού λόγου(βίντεο)

Του Παύλου Θ. Κάγιου

Βασίλης Ραφαηλίδης. Από τους σπουδαιότερους διανοητές του δοκιμιακού κριτικού λόγου και ένας από τους κορυφαίους κριτικούς κινηματογράφου στη χώρα μας, ο Βασίλης Ραφαηλίδης υπήρξε ένας αιρετικός της σκέψης. Και θεωρώ μεγάλη μου τύχη που υπήρξε μέντοράς μου με τον λόγο του, τις κριτικές του αναλύσεις και την ακεραιότητα του χαρακτήρα του να στέκονται ένα από τα πνευματικά οχήματα με το οποίο στα νεανικά μου χρόνια – και κατόπιν – διάβηκα, κοίταξα, έμαθα και εξερεύνησα τον κόσμο του σινεμά και μου άνοιξαν άγνωστους πνευματικούς ορίζοντες.

Σε ιστορικές περιόδους αφασίας σαν αυτή που διανύουμε, όπου «η κρίση συνίσταται στο γεγονός ότι το παλιό πεθαίνει και το νέο δεν μπορεί να γεννηθεί» όπως έλεγε ο Αντόνιο Γκράμσι, η αναφορά και η θύμηση σε προσωπικότητες σαν τον Βασίλη Ραφαηλίδη, περισσότερο εμάς έχει νόημα να αφυπνίσει παρά να τιμήσει τη μνήμη του εκλιπόντος του οποίου τα έργα «μιλάνε» από μόνα τους

Ο Βασίλης Ραφαηλίδης γεννήθηκε το 1934 και πέθανε στις 8 Σεπτεμβρίου  2000 στην Αθήνα. Σπούδασε κινηματογράφο στη σχολή Σταυράκου και μετά την αποφοίτησή του εργάστηκε σαν βοηθός του Νίκου Κούνδουρου και του Ροβήρου Μανθούλη. Αρχικά δημοσίευσε κείμενα στη θρυλική Επιθεώρηση Τέχνης που έγραψε μοναδική ιστορία στον τόπο μας και αργότερα στη Δημοκρατική Αλλαγή. Στη συνέχεια εξέδωσε το περιοδικό Ελληνικός Κινηματογράφος το οποίο έκλεισε η Χούντα και ήταν ανάμεσα σε αυτούς που πρωτοστάτησαν μετά από λίγα χρόνια στην επανέκδοσή του με τον τίτλο Σύγχρονος Κινηματογράφος.

•Με τη μεταπολίτευση ο Βασίλης Ραφαηλίδης εργάστηκε σε διάφορες εφημερίδες όπως Το Βήμα, το Έθνος και την Ελευθεροτυπία μη περιοριζόμενος στην κριτική κινηματογράφου, αλλά γράφοντας σχόλια και επιφυλλίδες που άπτονταν ευρύτερων πολιτικών και κοινωνικών θεμάτων

Επίσης παρέδιδε σεμινάρια και δίδαξε κινηματογράφο στη Σχολή Σταυράκου, στη σχολή του Θεάτρου Τέχνης, στο Ινστιτούτο Γκαίτε και αλλού, ενώ εργάστηκε και σε ραδιοφωνικό σταθμό σε εκπομπές διαλόγου. Στη διάρκεια της δικτατορίας βασανίστηκε και εκτοπίστηκε στις φυλακές της Αίγινας. Υπήρξε συνειδητοποιημένος μαρξιστής-κομμουνιστής και μέσα από κάποια βιβλία του ανέλυσε τη μαρξιστική και κομμουνιστική θεωρία με τρόπο απλό αλλά όχι απλουστευτικό.

Στα χρόνια της χούντας…

Τον Βασίλη Ραφαηλίδη τον πρωτογνώρισα και συναρπάστηκα από τον λόγο του με την προεξέχουσα και σφαιρική κοινωνικό-οικονομικό-πολιτική τοποθέτηση- ανάλυση που έκανε για ταινίες στον πρώτο κινηματογράφο Στούντιο της οδού Τρικόρφων – το σημερινό θέατρο «Πορεία». Το ίδιο ακριβώς συνεχίστηκε δύο χρόνια μετά και στην Αλκυονίδα. Μιλάμε για τα χρόνια της χούντας, από το 1969 ως το 1972, όπου σε κυριακάτικα μεσημέρια μετά τις προβολές ταινιών που οργάνωνε το πρωτοποριακό περιοδικό «Σύγχρονος κινηματογράφος» του οποίου αυτός ήταν η ψυχή, γίνονταν καυτές κινηματογραφικές τοποθετήσεις και αναλύσεις που πολλές φορές ήταν και επεισοδιακές. Αυτές δε οι δύο κινηματογραφικές αίθουσες στάθηκαν και οι «ναοί» των σινεφιλικών ονείρων της ελληνικής νεολαίας στα χρόνια της επτάχρονης χούντας αλλά και για πολλά χρόνια μετά τη μεταπολίτευση του 1974.

•Και, βέβαια, ο Βασίλης Ραφαηλίδης στάθηκε ο άνθρωπος-κλειδί, ο πρωτοπόρος, που μας οδήγησε και μας φώτισε τα μυστικά μεγάλων κινηματογραφικών δημιουργιών. Ένας κριτικός κινηματογράφου με τολμηρό και “αναρχικό” διανοητικά λόγο που μας μύησε στα μυστικά της έβδομης τέχνης και μας έκανε κοινωνούς της κινηματογραφικής πρωτοπορίας.

Ασυμβίβαστος, ακραίος, παθιασμένος

Ξεκίνησε να δημοσιεύει κριτικές ταινιών από το 1963 μέσα από τις σελίδες της θρυλικής «Επιθεώρησης Τέχνης» και στην εφημερίδα «Δημοκρατική Αλλαγή» από το 1965 έως το 1967 που κηρύχθηκε η δικτατορία και μαύρισε για επτά χρόνια όλη τη χώρα. Αλλά και μέσα στα χρόνια της χούντας, ο Βασίλης Ραφαηλίδης δεν ησύχασε. Μαζί με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο και κάποια άλλα ανήσυχα μυαλά διανοούμενων καλλιτεχνών, κυρίως σκηνοθετών και θεωρητικών, έστησαν τον «Σύγχρονο Κινηματογράφο», μια περιοδική έκδοση που από το 1969 στάθηκε το υπ’ αριθμόν ένα βήμα χάραξης νέων καλλιτεχνικών οριζόντων και έκφρασης στον εγχώριο κινηματογράφο για 20 χρόνια πρωτοστατώντας στο κίνημα του ΝΕΚ- του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου.

Ακολουθώντας την ποιητική και απελευθερωτική συνειρμική λογική των μεγάλων δημιουργών πάνω στο έργο τον οποίων αναφερόταν, ο Βασίλης Ραφαηλίδης υιοθέτησε ένα κοφτό, κατανοητό και αιχμηρό λόγο χωρίς ακαταλαβίστικους και δήθεν βαθυστόχαστους προσδιορισμούς και αναλύσεις. Έτσι, όλα τα κείμενά του, ακόμα και τα πιο ‘’βαριά’’, ήταν και είναι κατανοητά από τους πάντες. Οι δε αναλύσεις του, αποτελούσαν – και αποτελούν – θεωρητικά δοκίμια που στηρίζονταν στις απόψεις των πιο πρωτοπόρων στοχαστών εκείνων των εποχών μπολιασμένων με τη διαλεκτική ανάλυση και την υλιστική κοσμοθεωρία του.

Ασυμβίβαστος, ακραίος, παθιασμένος και χωρίς να φοβάται μη και γίνει «δυσάρεστος» ή “απόλυτος και δογματικός”, όπως τον είχαν κατηγορήσει αρκετές φορές, ο Βασίλης Ραφαηλίδης ακολούθησε με συνέπεια ως το τέλος της ζωής του το στίχο του Μανώλη Αναγνωστάκη: “όρθιοι και μόνοι μέσα στη φοβερή μοναξιά του πλήθους”.

Μα χάρη αυτής της αντίληψής του για τη ζωή και τον κόσμο γύρω του, μπόρεσε να διαβάσει και πάνω και κάτω και πλαγίως, και από πίσω προς τα μπρος, και ανάποδα –εν ολίγοις εντελώς ανορθόδοξα – όλες τις ταινίες που ανέλυε. Από τις ταινίες των πρώτων χρόνων του σοβιετικού κινηματογράφου που ήταν πρωτοποριακά δημιουργήματα και ο Βασίλης Ραφαηλίδης στάθηκε από τους πρώτους που τόλμησε στη χώρα μας να τα προσεγγίσει αναλύοντάς τα σαν φιλοσοφικά θεωρήματα. Θα μείνουν μνημεία κριτικού, δοκιμιακού λόγου και οι αναλύσεις του για τις ταινίες του Αϊζενστάιν που αποτέλεσαν ‘’πατερικά θεωρητικά κείμενα’’ στην εποχή τους και μελετήθηκαν από χιλιάδες παθιασμένους νεαρούς σινεφίλ. Όπως και οι κριτικές του για τα φιλμ του Ντοβζένκο και του Πουντόβκιν ή τις αναλύσεις του πάνω στις ταινίες του Τζίγκα Βερτόφ, του ‘’πάπα’’ του μοντέρνου σινεμά.

Και από εκεί μέχρι τον ιταλικό νεορεαλισμό και τα ανατρεπτικά δημιουργήματα ακραίων ταινιών της «ακαταλαβίστικης» γαλλικής νουβέλ βαγκ που αποδόμησε την κλασική αφήγηση, του αμερικάνικου αντεργκράουντ και του αγγλικού φρι-σίνεμα των αρχών της δεκαετίας του ’60 και δεκάδων άλλων κινηματογραφικών σχολών, κινημάτων και ρευμάτων με όλες τις κριτικές του παρεμβάσεις να γράφουν ιστορία. Κείμενα που αποτελούν ορόσημο του εγχώριου κριτικού λόγου. Πολλές, μάλιστα, απ’ αυτές τις κριτικές αναλύσεις μοιράζονταν για πολλά χρόνια αντί προγράμματος στους τυχερούς θεατές των κινηματογράφων Αλκυονίδα και Στούντιο.

•Ο Βασίλης Ραφαηλίδης έγραφε απνευστί και με καταιγιστικό ρυθμό, πρωτοποριακά και βαθυστόχαστα δοκίμια, κριτικές, επιφυλλίδες και θεωρητικά κείμενα. Όλες οι κορυφαίες φιλμικές, θεωρητικές, πολιτικό-κοινωνικές αναλύσεις του, βρίσκονται συγκεντρωμένες στα βιβλία των εκδόσεων του Εικοστού Πρώτου και στις εκδόσεις Αιγόκερως του Γιάννη Σολδάτου με τον οποίο τους συνέδεε βαθιά το ίδιο πάθος της ζωής τους, ο κινηματογράφος.

Εν κατακλείδι, οι κριτικές παρεμβάσεις του Βασίλη Ραφαηλίδη έγιναν καλτ και σημείο αναφοράς μιας ολόκληρης εποχής. Και όλα τα κείμενά του, διαπνέονται από ένα επαναστατικό, καλλιτεχνικό ταπεραμέντο στο οποίο καταγράφονται οι παλμοί και οι αισθητικές αναζητήσεις των δημιουργών τους. Θεωρητικά κείμενα και κριτικές που προσφέρουν στον σκεπτόμενο και σινεφίλ αναγνώστη μια πολύπλευρη, κοινωνική, ιδεολογική, αισθητική τοποθέτηση και ανάλυση, απαλλαγμένη από ηθικολογίες και ιδεολογικά αγκυλώματα.

•Ο Βασίλης Ραφαηλίδης ήταν ένας ελεύθερος άνθρωπος. Βαθιά προσηλωμένος στην ελευθερία της τέχνης.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *