24 Σεπτεμβρίου, 2022

Η ντροπιαστική εικόνα της Ελλάδας

Αποποίηση ευθύνης (εικόνες & διαγράμματα)

Ενώ το εισόδημα των Ελλήνων μειώθηκε κατά 22% σε σχέση με το 2008, κάτι που δεν έχει συμβεί ποτέ στην παγκόσμια ιστορία για μία τόσο μεγάλη χρονική περίοδο, της Σλοβενίας αυξήθηκε κατά 32%, της Εσθονίας 86%, της Λιθουανίας 94%, της Σλοβακίας 46%, της Πολωνίας 57% και της Κροατίας 32%. Η σύγκριση των Ελλήνων λοιπόν με τους πολίτες ορισμένων χωρών του πρώην ανατολικού μπλοκ που χρεοκόπησαν μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, είναι κάτι περισσότερο από απογοητευτική. Η κατάσταση βέβαια είναι κατά πολύ χειρότερη, εάν προσθέσει κανείς εδώ τα επί πλέον προβλήματα της Ελλάδας – όπως το δημόσιο χρέος του κεντρικού κράτους που πλησιάζει τα 400 δις €, το μοναδικό στα παγκόσμια ιστορία κόκκινο ιδιωτικό άνω των 250 δις €, το εξωτερικό χρέος που έχει ήδη υπερβεί τα 560 δις €, τα τρίδυμα ελλείμματα κοκ.

Ανάλυση

Πανηγυρίζει ξανά η κυβέρνηση για την άνοδο του ΑΕΠ κατά 7,7% (με βάση τα διαθέσιμα εποχιακά και προσωρινά στοιχεία) το δεύτερο τρίμηνο του 2022, σχετικά με το αντίστοιχο του 2021 – όπου η χώρα ήταν βέβαια σε μερικό lockdown. Καμία αναφορά στο ότι, ένα μεγάλο μέρος της οφείλεται στον πληθωρισμό που πάντοτε στηρίζει το ρυθμό ανάπτυξης – ενώ επί πλέον στη συγκυριακή αύξηση του τουρισμού σε όλες τις χώρες του ευρωπαϊκού νότου, κυρίως λόγω του ότι οι άνθρωποι ήθελαν να «αναπληρώσουν» τα χαμένα χρόνια της πανδημίας. Επίσης βέβαια στα 43,3 δις € που σπατάλησε η κυβέρνηση με δανεικά και στήριξαν την κατανάλωση, συν σε αυτά που σπαταλάει ξανά το 2022 – συνολικά περί τα 10 δις €, σύμφωνα με τις δηλώσεις της.

Σε σχέση πάντως με το πρώτο τρίμηνο του 2022, η κατανάλωση αυξήθηκε μόλις κατά 1,2% αφού τελειώνουν τα χρήματα των Ελλήνων, οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου μειώθηκαν κατά 1% (ένας εξαιρετικά σημαντικός δείκτης), οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών αυξήθηκαν κατά 2,5%, ενώ οι εισαγωγές κατά 5,8% – γεγονός που σημαίνει πως τόσο το εμπορικό μας έλλειμμα (γράφημα), όσο και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών εκτοξεύθηκαν στα ύψη, ενώ εξ αυτών το εξωτερικό μας χρέος που έχει ήδη υπερβεί τα 560 δις € ή το 300% του ΑΕΠ!

Κατ’ επακόλουθο, συμβαίνει ότι χειρότερο θα μπορούσε να συμβεί στην οικονομία μας: όσο αυξάνεται το ΑΕΠ, τόσο αυξάνονται τα ελλείμματα και τα χρέη μας. Μεταφορικά σε μία επιχείρηση, όσο αυξάνεται ο τζίρος, τόσο αυξάνονται οι ζημίες και τα δάνεια της – οπότε η άνοδος του τζίρου της, όπως του ΑΕΠ της χώρας, δεν είναι βιώσιμη.

Η κυβέρνηση θα μπορούσε βέβαια να ισχυρισθεί δημαγωγικά πως η άνοδος των εισαγωγών μας, οπότε το εμπορικό έλλειμμα, οφείλεται μόνο στις αυξημένες τιμές της ενέργειας – θεωρώντας πως απευθύνεται σε ανόητους. Η αλήθεια είναι όμως πως κάτι ανάλογο ισχύει με τις εξαγωγές, αφού ένα μεγάλο μέρος τους οφείλεται στα πετρελαιοειδή, όπου τα διυλιστήρια εξάγουν μεγάλες ποσότητες – ο τζίρος και οι τιμές των οποίων επίσης αυξήθηκαν.

Χωρίς την αναπροσαρμογή πάντως εκ μέρους της ΕΛΣΤΑΤ, μέσω της οποίας μείωσε το ΑΕΠ 2010/2019, το ΑΕΠ του δευτέρου τριμήνου του 2022 ήταν χαμηλότερο από το αντίστοιχο του 2019 (γράφημα) – ενώ η αναπροσαρμογή θα αποδειχθεί ενδεχομένως ένα ακόμη τέχνασμα της κυβέρνησης του τύπου των «Greek Statistics».

Σε κάθε περίπτωση, το ΑΕΠ μας παραμένει απελπιστικά χαμηλότερο κατά περίπου 60 δις € από τα 240 δις € πριν τα μνημόνια, για πάνω από 12 χρόνια – κάτι που συμβαίνει για πρώτη φορά στην παγκόσμια ιστορία και δεν συνέβη καν κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης της δεκαετίας του 1930.

Από την άλλη πλευρά, διαπιστώνεται μία διαχρονική μείωση του κατά κεφαλήν εισοδήματος των Ελλήνων – του βιοτικού επιπέδου τους δηλαδή. Προφανώς οφείλεται στο αποτυχημένο οικονομικό μας μοντέλο – στην αποβιομηχάνιση , στον εγκαταλειμμένο πρωτογενή μας τομέα, στη μεταποίηση που δυστυχώς φθίνει συνεχώς,  καθώς επίσης στη μονοκαλλιέργεια του τουρισμού.

Ειδικά όσον αφορά τον τουρισμό, εκτός του ότι «ληστεύεται» από τους ξένους tour operators τύπου TUI, στηρίζεται σχεδόν κατά 80% σε εισαγόμενα προϊόντα – αφού έχει αποψιλωθεί ο παραγωγικός μας ιστός από τα μνημόνια. Ως εκ τούτου, όταν εμφανίζει άνοδο, αυξάνεται το εμπορικό μας έλλειμμα – οπότε λειτουργεί αρνητικά για τη χώρα.

Σε σχέση τώρα με το βιοτικό επίπεδο των Ελλήνων, η σύγκριση τους με τους Πολίτες ορισμένων χωρών του πρώην ανατολικού μπλοκ που χρεοκόπησαν μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, είναι κάτι περισσότερο από απογοητευτική – όπως φαίνεται από τον παρακάτω πίνακα ενός Ινστιτούτου.

Ειδικότερα, ενώ το εισόδημα των Ελλήνων μειώθηκε κατά 22% σε σχέση με το 2008, κάτι που δεν έχει συμβεί ποτέ στην παγκόσμια ιστορία για μία τόσο μεγάλη χρονική περίοδο, της Σλοβενίας αυξήθηκε κατά 32%, της Εσθονίας 86%, της Λιθουανίας 94%, της Σλοβακίας 46%, της Πολωνίας 57% και της Κροατίας 32% – οπότε οι τέσσερις πρώτες μας ξεπέρασαν ήδη, ενώ οι δύο άλλες θα μας ξεπεράσουν σύντομα.

Η κατάσταση βέβαια είναι κατά πολύ χειρότερη, εάν προσθέσει κανείς εδώ τα επί πλέον προβλήματα της Ελλάδας – όπως το δημόσιο χρέος του κεντρικού κράτους που πλησιάζει τα 400 δις € έναντι ΑΕΠ 2021 περί τα 182 δις €, το μοναδικό στα παγκόσμια ιστορία κόκκινο ιδιωτικό άνω των 250 δις €, το εξωτερικό χρέος που έχει ήδη υπερβεί τα 560 δις €, τα τρίδυμα ελλείμματα κοκ.

Εν προκειμένω, η σύγκριση της Ελλάδας με τα παραπάνω κράτη του ανατολικού μπλοκ στον πίνακα που ακολουθεί, είναι τουλάχιστον επώδυνη – ενώ η αύξηση των επιτοκίων της ΕΚΤ για μία χώρα με τόσο υψηλά χρέη, δημόσια και ιδιωτικά, αποτελεί ένα τεράστιο πρόβλημα.

Πρόβλημα αποτελεί επίσης ο πληθωρισμός που εξαϋλώνει τη μεσαία τάξη, ληστεύει τις αποταμιεύσεις των Ελλήνων (θα χαθούν πάνω από 17 δις € το 2022), ενώ εξαθλιώνει την κατώτερη – κάτι που η κυβέρνηση προσπαθεί να επιλύσει με επιδόματα της ντροπής, αντί να χρησιμοποιήσει τα σωστά οικονομικά εργαλεία, όπως η αναλογική μείωση του ΦΠΑ κλπ.

Συμπερασματικά λοιπόν, δεν έχει καταρρεύσει μόνο το βιοτικό επίπεδο των Ελλήνων αλλά, επί πλέον, η μακροοικονομική εικόνα της χώρας μας είναι κατά πολύ χειρότερη από αυτήν των κρατών που κάποτε κοροϊδεύαμε – χώρες που είναι πια χρηματοοικονομικά υγιείς, έχουν την εμπιστοσύνη των αγορών, διαθέτουν μία κατά πολύ καλύτερη πιστοληπτική ικανότητα και πολύ θετικότερες προοπτικές.

Εάν εδώ συμπεριλάβει κανείς την κάκιστη ποιότητα των υπηρεσιών που προσφέρει στους Έλληνες το δημόσιο, παρά τους υπέρογκους φόρους που εισπράττει, ένα δημόσιο που είναι το 12ο πιο ογκώδες στον πλανήτη, θα απογοητευθεί εντελώς – κατανοώντας πως η Ελλάδα έχει «οπισθοδρομήσει» σε μεγάλο βαθμό, ευρισκόμενη σήμερα πολλές δεκαετίες πίσω.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.